• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
make-believe n(pretending, esp. by children)παίζω κπ ρ μ
 (ρόλου)υπόκριση ουσ θηλ
  προσποίηση ουσ θηλ
 «Ας παίξουμε τους αστροναύτες», είπε όλο χαρά το κοριτσάκι.
make believe,
make believe that
v expr
(with clause: pretend)προσποιούμαι ότι/πως, παριστάνω ότι/πως, ρ μ
  κάνω ότι/πως, ρ μ
 (ως παιχνίδι)παίζω τον/την/το ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
make-believe adj(not real)προσποιητός επίθ
  φανταστικός επίθ
  ανύπαρκτος επίθ
  της φαντασίας μου περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'make believe' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση make believe στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «make believe».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!